εφολκή

η (ΑΜ ἐφολκή) [εφέλκω]
νεοελλ.
το να σύρει κάποιος πίσω του ένα αντικείμενο, η ρυμούλκηση, η προσέλκυση, ο εφελκυσμός
μσν.
προσέλκυση
αρχ.
ώθηση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφολκῆς — ἐφολκή tension fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκήν — ἐφολκή tension fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφολκά — ἐφολκά̱ , ἐφολκή tension fem nom/voc/acc dual ἐφολκά̱ , ἐφολκή tension fem nom/voc sg (doric aeolic) ἐφολκός drawing on neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.